διαδῷ

διαδῷ
διαδίδωμι
pass on
aor subj act 3rd sg (epic)
διαδίδωμι
pass on
aor subj mid 2nd sg
διαδίδωμι
pass on
aor subj act 3rd sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαδώ — διαδῶ ( έω) (Α) [δω] 1. περιδένω με επίδεσμο 2. δένω ταινία ή τοποθετώ διάδημα στα μαλλιά μου 3. (η μτχ. ενεστ. ως ουσ.) ο διαδούμενος το πασίγνωστο άγαλμα τού Πολυκλείτου …   Dictionary of Greek

  • διαδῶ — διαδέω bind on either side pres subj act 1st sg (attic epic doric) διαδέω bind on either side pres ind act 1st sg (attic epic doric) διαδίδωμι pass on aor subj act 1st sg (epic) διαδίδωμι pass on aor subj act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδῶι — διαδῷ , διαδίδωμι pass on aor subj act 3rd sg (epic) διαδῷ , διαδίδωμι pass on aor subj mid 2nd sg διαδῷ , διαδίδωμι pass on aor subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαδέω — βλ. διαδώ …   Dictionary of Greek

  • διαείδω — (I) διαείδω (Α) 1. διακρίνω καταδεικνύω. [ΕΤΥΜΟΛ. < *διαFείδω. Το β συνθετικό τής λ. *είδω δεν μαρτυρείται ως ενεργ. αλλά απαντά μόνο μέσο είδομαι*]. (II) διαείδω και αττ. τ. διᾴδω (Α) [αείδω] 1. διαγωνίζομαι με κάποιον στο τραγούδι 2. κάνω… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”